–Μια αυτονόητη παραδοχή που ίσως δεν είναι τόσο αυτονόητη
Υπάρχει μια σχεδόν αυτονόητη παραδοχή στον ελληνικό τουρισμό: ότι η
σεζόν τελειώνει τον Σεπτέμβριο. Τα σχολεία ανοίγουν, οι τελευταίοι
επισκέπτες επιστρέφουν στις χώρες τους και οι τουριστικές περιοχές
μπαίνουν σιγά-σιγά σε μια περίοδο ηρεμίας. Σαν να πατά κάποιος έναν
διακόπτη και να αλλάζει απότομα η λειτουργία ολόκληρης της οικονομίας.
Μόνο που η πραγματικότητα είναι λίγο πιο σύνθετη. Και, σε πολλές περιπτώσεις, πολύ πιο ενδιαφέρουσα. Διότι ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος δεν είναι απλώς οι μήνες «μετά τη σεζόν». Μπορούν να αποτελέσουν μια δεύτερη, μικρότερη αλλά εξαιρετικά ποιοτική τουριστική περίοδο. Μια περίοδο που συχνά περνά απαρατήρητη, αλλά κρύβει σημαντικές οικονομικές δυνατότητες για πολλές περιοχές της χώρας.
Από τον τουρισμό της μαζικότητας στον τουρισμό της εμπειρίας
Αν το καλοκαίρι είναι ο τουρισμός της μαζικότητας, το φθινόπωρο είναι ο τουρισμός της εμπειρίας.
Ο επισκέπτης του Οκτωβρίου δεν ταξιδεύει για να προλάβει μια ξαπλώστρα στην παραλία. Δεν πιέζεται από σχολικές διακοπές, δεν κυνηγά τα απολύτως υψηλά θερμοκρασιακά ρεκόρ και δεν αναζητά απαραίτητα τον θόρυβο της υψηλής σεζόν. Αναζητά κάτι διαφορετικό: ηρεμία, αυθεντικότητα, τοπικές εμπειρίες, φυσικό τοπίο χωρίς πολυκοσμία.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρώτη μεγάλη ευκαιρία.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα που συχνά υποτιμά: το φθινόπωρό της. Η θερμοκρασία παραμένει ήπια, οι θάλασσες είναι ακόμη ζεστές, τα βουνά αποκτούν χρώμα και οι πόλεις επιστρέφουν σε πιο ανθρώπινους ρυθμούς. Για έναν Ευρωπαίο επισκέπτη που προέρχεται από χώρες όπου ο Οκτώβριος σημαίνει ήδη κρύο και βροχή, η ελληνική φθινοπωρινή περίοδος μοιάζει σχεδόν με προέκταση του καλοκαιριού.
Η αγορά εκτός αιχμής που μεγαλώνει
Και όμως, μεγάλο μέρος της τουριστικής υποδομής εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αυτούς τους μήνες σαν «κλείσιμο».
Η λογική είναι κατανοητή. Οι περισσότερες επιχειρήσεις έχουν μάθει να λειτουργούν με έντονη εποχικότητα. Οι πτήσεις μειώνονται, οι κρατήσεις πέφτουν και το επιχειρηματικό ρίσκο μοιάζει μεγαλύτερο. Όμως εδώ ακριβώς βρίσκεται και το παράδοξο: η ζήτηση για ταξίδια εκτός αιχμής αυξάνεται συνεχώς σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Ο λεγόμενος shoulder season tourism, ο τουρισμός δηλαδή των ενδιάμεσων περιόδων, αποτελεί πλέον συνειδητή επιλογή για πολλούς ταξιδιώτες. Μικρότερος συνωστισμός, καλύτερες τιμές και πιο αυθεντική εμπειρία του προορισμού.
Τι δείχνουν τα στοιχεία στην Ελλάδα
Η τάση αυτή δεν είναι θεωρητική. Τα στοιχεία των τελευταίων ετών δείχνουν καθαρά ότι οι μήνες μετά την αιχμή αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο Οκτώβριος καταγράφει πλέον πάνω από 3,5 εκατομμύρια διεθνείς αφίξεις, ενώ τα ταξιδιωτικά έσοδα του μήνα ξεπερνούν τα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Σε σύγκριση με την περίοδο πριν από μία δεκαετία, ο μήνας παρουσιάζει αύξηση τόσο στις αφίξεις όσο και στις εισπράξεις, επιβεβαιώνοντας ότι η ζήτηση εκτός αιχμής ενισχύεται σταθερά.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι και ο Νοέμβριος εμφανίζει σημαντική δυναμική, με τις αφίξεις να αυξάνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια και τα ταξιδιωτικά έσοδα να κινούνται πλέον σε επίπεδα που πριν από μια δεκαετία θεωρούνταν ασυνήθιστα για έναν «φθινοπωρινό» μήνα. Με άλλα λόγια, οι μεταβατικές περίοδοι δεν αποτελούν πλέον απλώς το τέλος της καλοκαιρινής ζήτησης, αλλά μια αγορά που αναπτύσσεται με δική της δυναμική.
Τι κάνουν οι ανταγωνιστές – Η περίπτωση της Ιταλίας
Αντίστοιχη εικόνα συναντά κανείς και σε άλλους μεγάλους μεσογειακούς προορισμούς.
Στην Ιταλία, σύμφωνα με τα στοιχεία της ιταλικής στατιστικής αρχής, ο Οκτώβριος καταγράφει περισσότερες από 30 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις σε τουριστικά καταλύματα, ενώ ακόμη και ο Νοέμβριος διατηρεί περίπου 18 εκατομμύρια διανυκτερεύσεις.
Με άλλα λόγια, οι δύο αυτοί μήνες δεν αντιμετωπίζονται ως «νεκρή περίοδος», αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι της τουριστικής χρονιάς. Η χώρα έχει επενδύσει συστηματικά σε προϊόντα που λειτουργούν ακριβώς εκείνη την εποχή: οινοτουρισμό, πολιτιστικό τουρισμό, city breaks, γαστρονομικές διαδρομές και δραστηριότητες φύσης. Η σύγκριση δεν γίνεται για να δείξει τι κάνουμε λάθος. Η σύγκριση γίνεται για να δείξουμε ότι η αγορά υπάρχει — και ότι μπορεί να αξιοποιηθεί.
Από τον όγκο στην ποιότητα της δαπάνης
Και ίσως εδώ να βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο. Σε περιόδους εκτός αιχμής, ο επισκέπτης τείνει να ταξιδεύει διαφορετικά. Δεν περιορίζεται μόνο στη βασική κατανάλωση της διαμονής και της παραλίας, αλλά στρέφεται περισσότερο σε εμπειρίες: γαστρονομία, επισκέψεις σε οινοποιεία, δραστηριότητες φύσης, πολιτιστικές διαδρομές.
Με άλλα λόγια, η τουριστική δαπάνη μετακινείται από τον «όγκο» στην «ποιότητα».
Ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος έχουν μάλιστα ένα ακόμη χαρακτηριστικό που τους καθιστά ιδιαίτερα ενδιαφέροντες: συνδέονται φυσικά με δραστηριότητες που δεν μπορούν να αναπτυχθούν στο αποκορύφωμα του καλοκαιριού. Σκεφτείτε τον οινοτουρισμό την περίοδο του τρύγου. Μαγεία ! Τις γαστρονομικές εμπειρίες της νέας παραγωγής. Τις αγροτικές δραστηριότητες, τα τοπικά φεστιβάλ, τις πεζοπορίες σε βουνά και φαράγγια, τις επισκέψεις σε μικρούς παραγωγούς και οινοποιεία.
Η πραγματική έννοια της επιμήκυνσης της σεζόν
Σε αντίθεση με την υψηλή καλοκαιρινή περίοδο, όπου το βασικό προϊόν είναι ο ήλιος και η θάλασσα, το φθινόπωρο ανοίγει τον δρόμο για ένα πιο σύνθετο και πιο ανθεκτικό τουριστικό μοντέλο. Και εδώ συνδέεται το ζήτημα με μια ευρύτερη στρατηγική που συζητείται εδώ και χρόνια: την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.
Συχνά μιλάμε για την ανάγκη ενός «τουρισμού δώδεκα μηνών». Στην πράξη, όμως, αυτό που είναι άμεσα εφικτό δεν είναι απαραίτητα η πλήρης δωδεκάμηνη λειτουργία. Είναι η ενίσχυση των μεταβατικών περιόδων — δηλαδή ακριβώς των μηνών πριν και μετά την αιχμή.
Η σημασία για την τοπική οικονομία
Οι προορισμοί που το έχουν ήδη καταλάβει βλέπουν τα αποτελέσματα. Περιοχές με ισχυρό φυσικό τοπίο, γαστρονομία, οινοπαραγωγή ή πολιτιστικό απόθεμα διαπιστώνουν ότι ο φθινοπωρινός επισκέπτης έχει συχνά μεγαλύτερη μέση δαπάνη, μεγαλύτερη διάθεση για δραστηριότητες και πιο ουσιαστική επαφή με τον τόπο.
Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την τοπική οικονομία. Διότι κάθε επιπλέον μήνας λειτουργίας μιας τουριστικής επιχείρησης δεν σημαίνει απλώς περισσότερες διανυκτερεύσεις. Σημαίνει περισσότερες ημέρες εργασίας, μεγαλύτερη σταθερότητα για τους εργαζόμενους, καλύτερη αξιοποίηση των υποδομών και μεγαλύτερη κυκλοφορία χρήματος στην τοπική αγορά.
Με άλλα λόγια, η δεύτερη σεζόν δεν είναι απλώς τουριστική ευκαιρία. Είναι εργαλείο περιφερειακής ανάπτυξης.
Το πραγματικό στοίχημα
Ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο να είναι τελικά νοοτροπίας. Για δεκαετίες ολόκληρες έχουμε μάθει να μετράμε τον τουρισμό σε μήνες αιχμής και να συγκεντρώνουμε σχεδόν όλη τη δραστηριότητα σε ένα στενό – έως ασφυκτικό – χρονικό παράθυρο.
Αν όμως δούμε το θέμα διαφορετικά, οι μήνες του φθινοπώρου δεν είναι «ουρά» της σεζόν. Είναι μια ξεχωριστή περίοδος με δική της ταυτότητα και δική της αγορά. Θα μου επιτρέψετε να κλείσω με μια απλή σκέψη. Στην οικονομία συχνά αναζητούμε μεγάλες λύσεις για μεγάλα προβλήματα. Κι όμως, μερικές φορές η ανάπτυξη βρίσκεται ήδη μπροστά μας — απλώς δεν την έχουμε κοιτάξει αρκετά προσεκτικά.
Και ναι, ο Οκτώβριος και ο Νοέμβριος μπορούν να αποτελέσουν για πολλές περιοχές της Ελλάδας μια δεύτερη, πιο ήσυχη αλλά εξαιρετικά αποδοτική τουριστική περίοδο.
Με άλλα λόγια, μια δεύτερη σεζόν. Και μέσα στο ελληνικό φθινόπωρο ίσως να κρύβεται πολύ περισσότερος οικονομικός «χρυσός» απ’ όσο πιστεύουμε.
Ε, τα λέμε από την Άνοιξη, μήπως μας «ακούσουν» από νωρίς τα πρωτοβρόχια…
https://money-tourism.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου